Κερδισμένη ώρα, χαμένοι γονείς;

Ένα θέμα που έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις το τελευταίο διάστημα είναι η πρόθεση της κυβέρνησης, για τη σχολική περίοδο του 2019-2020, να αλλάξει την ώρα έναρξης μαθημάτων (9:00π.μ. αντί για 8:00π.μ.). Πολλοί γονείς είναι υπέρ, πολλοί όμως είναι κι εκείνοι που ανησυχούν για την εφαρμογή μιας τέτοιας απόφασης, καθώς οι ίδιοι θα πρέπει ήδη εκείνη την ώρα να βρίσκονται στη δουλειά τους. Υπάρχουν και εκείνοι που διαφωνούν θεωρώντας αυτή την αλλαγή ως μια ακόμα προχειρότητα της κυβέρνησης.

Τελικά, η αλλαγή αυτή που θα εξασφαλίζει μία παραπάνω ώρα ύπνου είναι μια κίνηση προς τη σωστή κατεύθυνση ή όχι; Η αλήθεια βρίσκεται.. στις λεπτομέρειες.

Τα στοιχεία που θα παραθέσω στη συνέχεια για την προσέγγιση του προς συζήτηση θέματος, προέρχονται κατά βάση από το βιβλίο των Πο Μπρόνσον και Άσλεϋ Μέρυμαν, «Το σοκ της ανατροφής» (2012). Στόχος του βιβλίου είναι να αποκαλύψει πόσες θεμελιώδεις αντιλήψεις που έχουμε για τα παιδιά καταρρίπτονται από τις σύγχρονες παιδαγωγικές έρευνες με αποτέλεσμα να μη μπορούμε πια να βασιστούμε σε αυτές. Οι συγγραφείς του αφιερώνουν ένα ολόκληρο κεφάλαιο του βιβλίου στο θέμα της χαμένης ώρας ύπνου.

Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, οι γονείς χαλαρώνουν όλο και περισσότερο στο θέμα του ύπνου, συνεπώς, χωρίς να το συνειδητοποιήσουν, τα παιδιά τους μετά την προσχολική ηλικία και μέχρι το πανεπιστήμιο κοιμούνται λιγότερο. Συγκεκριμένα, τα παιδιά πια κοιμούνται μια ώρα λιγότερο από ό,τι πριν 30 χρόνια. Οι αιτίες για τη χαμένη ώρα του ύπνου είναι πολλές και διαφορετικές. Οι πιο χαλαρές ώρες ύπνου, οι τηλεοράσεις, τα κινητά και τα τάμπλετ στα παιδικά δωμάτια, οι υπερβολικά πολλές δραστηριότητες, καθώς επίσης και οι ενοχές που νιώθουν οι ίδιοι οι γονείς απέναντι στα παιδιά τους. Ένας γονιός που γυρίζει αργά από τη δουλειά, θέλει να περάσει χρόνο με το παιδί του ή επειδή λείπει πολλές ώρες, διστάζει να παίξει το ρόλο του «κακού» και να είναι αυτός που θα το στείλει για ύπνο.

Τι κάνει όμως τόσο σημαντικό τον ύπνο; Ο ύπνος έχει σημαντική συμβολή στη μαθησιακή απόδοση και τη συναισθηματική σταθερότητα. Ο ύπνος των παιδιών διαφέρει ποιοτικά από τον ύπνο των ενηλίκων, μιας και τα παιδιά περνούν 10 φορές περισσότερο χρόνο ύπνου από τους ενήλικες στο στάδιο των βραδέων κυμάτων. Στη διάρκεια του ύπνου ο εγκέφαλος μεταφέρει όσα έμαθε μέσα στη μέρα σε πιο κατάλληλους χώρους αποθήκευσης και κάθε στάδιο ύπνου παίζει ιδιαίτερο ρόλο στην πρόσκτηση αναμνήσεων. Ένας καλός ύπνος, λοιπόν, είναι σημαντικός για τη μακροπρόθεσμη εκμάθηση χρονολογικών πινάκων, λεξιλογίου, ιστορικών ημερομηνιών και άλλων σχολικών γνώσεων.

Ένα ακόμα στοιχείο που κάνει τον ύπνο πολύ σημαντικό είναι ότι μεγάλο μέρος της ανάπτυξης του εγκεφάλου των παιδιών (ο οποίος αναπτύσσεται μέχρι την ηλικία των 21 ετών) συντελείται την ώρα που αυτά κοιμούνται. Η ώρα που χάνεται καθώς μεγαλώνουν έχει τεράστιο αντίκτυπο πάνω τους. Πολλοί επιστήμονες θεωρούν ότι τα προβλήματα ύπνου σε αυτή τη φάση της εγκεφαλικής ανάπτυξης μπορεί να προκαλέσουν μόνιμες αλλαγές στη δομή του εγκεφάλου και πιθανόν να ευθύνονται για πολλά από τα χαρακτηριστικά της προεφηβικής και εφηβικής ηλικίας, όπως η κατάθλιψη, η κακοκεφιά, η υπερβολική κατανάλωση φαγητού κ.ά.

Η έλλειψη ύπνου δημιουργεί κουρασμένα παιδιά και τα κουρασμένα παιδιά αδυνατούν να θυμηθούν κάτι που μόλις έμαθαν, γιατί οι νευρώνες τους δεν έχουν τον απαραίτητο χρόνο ώστε να σχηματίσουν νέες συνάψεις που οδηγούν στην κωδικοποίηση μιας ανάμνησης. Τα κουρασμένα παιδιά επίσης δυσκολεύονται να συγκεντρωθούν στην τάξη ή να ελέγξουν τις παρορμήσεις τους (αύξηση κρουσμάτων ΔΕΠ-Υ), θέτουν ως προτεραιότητα στον εγκέφαλό τους πιο διασκεδαστικές δραστηριότητες και όχι αφηρημένους στόχους, όπως είναι η μελέτη, και τείνουν να εμφανίζουν εμμονή στις λάθος απαντήσεις, καθώς αδυνατούν να βρουν μια πιο δημιουργική λύση.

Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, αυξάνεται ο όγκος των πληροφοριών που πρέπει να μάθουν και ταυτόχρονα μειώνεται η ποσότητα του ύπνου που χρειάζεται για την επεξεργασία των γνώσεων. Οι Μπρόνσον και Μέρυμαν εξηγούν ότι σύμφωνα με έρευνες του Εθνικού Ιδρύματος Ύπνου, στην Αμερική 60% των μαθητών Λυκείου δηλώνουν ότι νιώθουν υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας, το ένα τέταρτο από αυτούς αναφέρει ότι το γεγονός αυτό έχει αντίκτυπο στους βαθμούς και ένα ποσοστό 20% ως 33% κοιμάται τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα μέσα στην τάξη.

Για τους εφήβους η διαδικασία του ύπνου είναι πιο περίπλοκη. Το κιρκαδικό σύστημα, αυτό που συχνά ονομάζουμε «βιολογικό ρολόι», μεταβάλλεται και αυτό επιτρέπει στους εφήβους να κοιμούνται πιο αργά. Όταν νυχτώνει, ο εγκέφαλος στους προεφήβους και τους ενηλίκους παράγει μελατονίνη κι αυτή τους προκαλεί νύστα. Στην περίπτωση των εφήβων, όμως, ο εγκέφαλος καθυστερεί επί 90 λεπτά να εκκρίνει μελατονίνη. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, ακόμα κι αν οι έφηβοι ξαπλώσουν νωρίς, να μη μπορούν να κοιμηθούν. Το πρωί και όταν ξυπνάνε πολύ νωρίς, ο εγκέφαλός τους συνεχίζει να εκκρίνει μελατονίνη κι αυτό τους προκαλεί την ανάγκη να ξανακοιμηθούν. Ενώ, λοιπόν, οι έφηβοι δε μπορούν βιολογικά να κοιμηθούν πιο νωρίς το βράδυ, το πρωί είναι αναγκασμένοι όχι μόνο να ξυπνήσουν νωρίς, αλλά να είναι λειτουργικοί και παραγωγικοί τη στιγμή που ο εγκέφαλός τους τούς δίνει σήμα να ξανακοιμηθούν.

 

“Ο ύπνος είναι βιολογικά επιβεβλημένος για όλα τα είδη που ζουν στη Γη. Μόνο ο άνθρωπος, όμως, προσπαθεί να αντισταθεί στην έλξη του.”

 

Έρευνες στις ΗΠΑ έδειξαν επίσης ότι η σταθερή μείωση των ωρών ύπνου στους μαθητές Λυκείου είχε σαν αποτέλεσμα να διπλασιαστεί το ποσοστό κλινικής κατάθλιψης, αφήνοντας ερωτηματικά για το πόσοι ακόμα είναι αυτοί που υποφέρουν από ηπιότερη μελαγχολία. Αυτό συμβαίνει επειδή η έλλειψη ύπνου επηρεάζει ιδιαίτερα τον ιππόκαμπο, εκεί δηλαδή όπου γίνεται η επεξεργασία των θετικών ή ουδέτερων αναμνήσεων. Συνεπώς, οι άνθρωποι με στέρηση ύπνου δυσκολεύονται να ανακαλέσουν ευχάριστες αναμνήσεις, ενώ θυμούνται με ευκολία τις αρνητικές αναμνήσεις.

Τα παιδιά που κοιμούνται λιγότερο, γίνονται παχύσαρκα. Με την απώλεια του ύπνου αυξάνεται η παραγωγή της γρελίνης, ορμόνη που σηματοδοτεί την πείνα και μειώνει το μεταβολικό αντίθετό της, τη λεπτίνη, η οποία καταστέλλει την όρεξη. Αυξάνεται επίσης η κορτιζόλη, η ορμόνη του στρες, η οποία είναι λιπογενετική και ανταγωνίζεται την αυξητική ορμόνη που παίζει θεμελιώδη ρόλο στη διάσπαση του λίπους. Στην αύξηση του βάρους συμβάλλει και το γεγονός ότι τα κουρασμένα παιδιά δεν έχουν την απαιτούμενη ενέργεια ώστε να γυμναστούν ή να ασχοληθούν με κάποια δραστηριότητα.

Οι συγγραφείς αναφέρουν το παράδειγμα ενός εφήβου, του Ζακ, και της μητέρας του, η οποία παρατηρώντας την αλλαγή συμπεριφοράς και διάθεσης του Ζακ όταν εκείνος ξεκίνησε το Λύκειο, αγωνίστηκε και κατάφερε να αλλάξει η σχολική περιφέρεια την ώρα έναρξης του σχολείου. Ο Ζακ ήταν ένα απόλυτα χαρούμενο παιδί, στο Λύκειο μετατράπηκε σε έναν αδιάφορο και αποστασιοποιημένο έφηβο και με την αλλαγή της ώρας άρχισε και πάλι να είναι πιο χαμογελαστός, ζωηρός, επικοινωνιακός και να βελτιώνει τη σχολική του επίδοση. Η περίπτωση του Ζακ έρχεται, λοιπόν, να επιβεβαιώσει τα ευρήματα των ερευνών ότι πολλά από τα κλασικά χαρακτηριστικά της εφηβείας, όπως η αποστασιοποίηση και η κακοκεφιά, αποτελούν συμπτώματα της χρόνιας έλλειψης ύπνου.

Ο Δρ Μαρκ Μάχογουολντ έχει εκφράσει την άποψη ότι τα ωράρια των παιδιών σχεδιάζονται για τη βολή των ενηλίκων, μιας και δεν υπάρχει κάποια εκπαιδευτική λογική στο να ξεκινάει τόσο νωρίς το μάθημα. Η αλλαγή της ώρας έναρξης του σχολείου, μια αλλαγή με θετικά αποτελέσματα όπου έχει εφαρμοστεί, είναι μια έμπνευση με πιθανώς ευεργετική επιρροή στις ζωές των μαθητών. Θεμελιώδη σημασία, όμως, έχει το να είναι άρτιος ο σχεδιασμός για την υλοποίηση της ιδέας αυτής.

Είναι η ελληνική κοινωνία δομημένη κατάλληλα ώστε να μπορέσει να δεχτεί την αλλαγή ωραρίου στα σχολεία; Σαφώς όχι. Οι περισσότεροι γονείς, με βάση τις παρούσες εργασιακές συνθήκες, θα είναι αδύνατον να συνοδεύσουν τα παιδιά τους στο σχολείο την ώρα εκείνη, καθώς θα πρέπει ήδη να είναι στις δουλειές τους. Το να προσλάβουν ένα τρίτο άτομο που θα αναλάβει τη συνοδεία των παιδιών τους είναι επίσης εξαιρετικά δύσκολο από οικονομική άποψη. Το να πηγαίνουν τα παιδιά τους στο σχολείο πιο νωρίς και να τα αφήνουν στη φύλαξη, ουσιαστικά θα ακυρώνει την ευεργετικότητα της αλλαγής ωραρίου. Όλα αυτά θα έχουν σαν αποτέλεσμα αυτό το μέτρο να αποτελέσει τελικά ακόμα ένα σημείο ανισότητας ανάμεσα σε έχοντες και μη. Παιδιά και γονείς θα νιώθουν πιο λίγοι σε σχέση με εκείνους που θα έχουν τη δυνατότητα να ωφεληθούν από την αλλαγή ώρας.

Τα παιδιά μεγαλώνοντας έχουν όλο και περισσότερες σχολικές υποχρεώσεις, όλο και περισσότερες δραστηριότητες και ταυτόχρονα όλο και λιγότερο χρόνο ξεκούρασης. Μπορεί για τους ενήλικες να μην είναι μεγάλο το κόστος της χαμένης ώρας, αλλά όπως παραθέσαμε παραπάνω, για τον εγκέφαλο του παιδιού που αναπτύσσεται και για τη συναισθηματική και γνωστική σταθερότητα παιδιών και εφήβων, η κερδισμένη ώρα είναι καθοριστικής σημασίας. Κανένα μέτρο όμως που εφαρμόζεται χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις κοινωνικές και εργασιακές συνθήκες που επικρατούν, δε μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Έχει, λοιπόν, νόημα να κάνουμε λόγο για την κερδισμένη –και πολύτιμη- μία ώρα όταν γνωρίζουμε εκ των προτέρων ότι αυτή θα δημιουργήσει πολλούς «χαμένους»;

Είναι ευθύνη όλων μας να διεκδικούμε οι αλλαγές που προτείνονται ή πρόκειται να γίνουν, να γίνονται προς όφελος όλου του κοινωνικού συνόλου κι αν οι συνθήκες δεν είναι κατάλληλες, τότε να τις αλλάξουμε κι αυτές.

 

Πηγή και πρόταση για ανάγνωση:
Μπρόνσον, Π. & Μέρυμαν, Α. (2012). Το Σοκ της Ανατροφής. Εκδ. Polaris. Αθήνα.