Στίγμα και Πρότυπα: Απενοχοποιώντας την Ψυχική Υγεία (Μέρος 2ο)

Γράφει η Θεοδοσιάδου Κωνσταντίνα

Στο πρώτο μέρος της ενότητας “Στίγμα και πρότυπα” αναφέρθηκα στο άρθρο που έγραψε ο Kevin Love για να μιλήσει για την εμπειρία του σχετικά με τις κρίσεις πανικού, την ψυχοθεραπεία και το στίγμα γύρω από την ψυχική υγεία.

Θεώρησα σημαντικό, αν και έχει περάσει αρκετός καιρός από την ανάρτηση του πρώτου μέρους, να μεταφράσω ολόκληρο το κείμενο καθώς πιστεύω ότι η εξομολόγηση του Kevin Love είναι ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα του πώς αντιλαμβάνεται και πώς αντιμετωπίζει κάποιος ένα πρόβλημα ψυχικής υγείας. Είτε πρόκειται για παγκοσμίου φήμης μπασκετμπολίστα είτε για τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας, φαίνεται ότι στο θέμα “ψυχική υγεία” αρκετές φορές το βίωμα είναι κοινό ή παρόμοιο.

“Στις 5 Νοεμβρίου, αμέσως μετά το ημίχρονο στο παιχνίδι εναντίον των Hawks, έπαθα μια κρίση πανικού.

Ήρθε από το πουθενά, δεν το είχα ξαναπάθει ποτέ πριν. Δεν γνώριζα καν πως υπάρχουν. Ήταν όμως αληθινό, σαν ένα σπασμένο χέρι ή ένα διάστρεμμα. Από εκείνη την ημέρα, σχεδόν όλα όσα σκεφτόμουν για την ψυχική μου υγεία έχουν αλλάξει.

Ποτέ δεν ένιωθα άνετα να μοιράζομαι πολλά για τον εαυτό μου. Έκλεισα τα 29 το Σεπτέμβριο και για περίπου 29 χρόνια της ζωής μου έχω υπάρξει προστατευτικός σχετικά με οτιδήποτε αφορά την πιο προσωπική μου ζωή. Αισθανόμουν άνετα να μιλάω για το μπάσκετ – αλλά αυτό γινόταν με φυσικότητα. Ήταν πολύ πιο δύσκολο να μοιραστώ προσωπικά πράγματα, και καθώς κοιτάζω πίσω τώρα, ξέρω ότι θα είχα πραγματικά ωφεληθεί αν είχα βρει κάποιον για να μιλήσω όλα αυτά τα χρόνια. Αλλά δε μοιραζόμουν – ούτε με την οικογένειά μου, ούτε με τους καλύτερούς μου φίλους, ούτε δημόσια. Σήμερα, συνειδητοποίησα ότι χρειάζεται να το αλλάξω αυτό. Θέλω να μοιραστώ κάποιες σκέψεις μου σχετικά με την κρίση πανικού μου και τι έχει συμβεί από τότε. Αν υποφέρετε σιωπηλά όπως υπέφερα κι εγώ, τότε ξέρετε την αίσθηση ότι κανένας δεν καταλαβαίνει πραγματικά. Εν μέρει θέλω να το κάνω για μένα, αλλά κυρίως θέλω να το κάνω επειδή οι άνθρωποι δε μιλούν αρκετά για την ψυχική υγεία. Και οι άντρες και τα αγόρια είναι ίσως αυτοί που έχουν μείνει περισσότερο πίσω.

Το ξέρω από την εμπειρία μου. Καθώς μεγαλώνεις, καταλαβαίνεις πολύ γρήγορα πώς υποτίθεται ότι πρέπει να συμπεριφέρεται ένα αγόρι. Μαθαίνεις τι απαιτείται για να “είσαι άντρας”. Είναι σαν ένα βιβλίο οδηγιών: Να είσαι δυνατός. Μη μιλάς για τα συναισθήματά σου. Ξεπέρασέ το μόνος σου. Έτσι για 29 χρόνια της ζωής μου, ακολουθούσα αυτό το βιβλίο. Και κοιτάξτε, πιθανώς δε σας λέω κάτι καινούριο εδώ. Αυτές οι αξίες για τους άντρες και τη σκληράδα είναι τόσο φυσιολογικές που βρίσκονται παντού…και ταυτόχρονα είναι ανίκητες, περιβάλλοντάς μας σαν τον αέρα ή το νερό. Μοιάζουν πολύ με την κατάθλιψη ή το άγχος με αυτή την έννοια.

Έτσι για 29 χρόνια, σκεφτόμουν την ψυχική υγεία σαν το πρόβλημα κάποιου άλλου. Σίγουρα ήξερα σε κάποιο επίπεδο ότι κάποιοι άνθρωποι ωφελήθηκαν ζητώντας βοήθεια ή από το μοίρασμα. Απλώς ποτέ δεν πίστεψα ότι μου ταίριαζε. Για μένα ήταν μια μορφή αδυναμίας που θα εκτροχίαζε την επιτυχία μου στον αθλητισμό ή θα με έκανε να φαίνομαι περίεργος ή διαφορετικός.

Τότε ήρθε η κρίση πανικού.

Συνέβη κατά τη διάρκεια ενός αγώνα.

Ήταν η 5η Νοεμβρίου, δύο μήνες και τρεις μέρες αφού έκλεισα τα 29. Παίζαμε εντός έδρας απέναντι στους Hawks, δίναμε τον δέκατο αγώνα της σεζόν. Μια πραγματική καταιγίδα πραγμάτων επρόκειτο να ξεσπάσει. Ήμουν αγχωμένος για ζητήματα που αντιμετώπιζα με την οικογένειά μου. Δεν κοιμόμουν καλά. Στο παρκέ, νομίζω οι προσδοκίες για τη χρονιά, σε συνδυασμό με το ρεκόρ 4-5 στο ξεκίνημά μας, με επηρέασαν.

Από το τζάμπολ κιόλας κατάλαβα πως κάτι δεν πήγαινε καλά.

Έμεινα από δυνάμεις μετά τις πρώτες κατοχές. Ήταν περίεργο. Και το παιχνίδι μου ήταν παράξενο. Έπαιξα 15 λεπτά στο πρώτο μέρος, έβαλα ένα καλάθι και δύο βολές.

Μετά το ημίχρονο, όλα στράβωσαν. Ο προπονητής Lue κάλεσε timeout στην τρίτη περίοδο. Όταν πήγα στον πάγκο, ένιωσα την καρδιά μου να τρέχει περισσότερο απ’ όσο συνήθως. Μετά δε μπορούσα να πάρω ανάσα. Είναι δύσκολο να το περιγράψω, όμως όλα γύριζαν, λες και το μυαλό μου προσπαθούσε να βγει από το κεφάλι μου. Ένιωθα τον αέρα πυκνό και βαρύ. Το στόμα μου στέγνωσε. Θυμάμαι έναν από τους βοηθούς προπονητές να φωνάζει για ένα σύστημα άμυνας. Κούνησα το κεφάλι μου, αλλά δεν άκουσα πολλά από αυτά που είπε. Σε εκείνο το σημείο τα έχασα. Όταν σηκώθηκα, ήξερα ότι δεν μπορούσα να μπω ξανά στο παιχνίδι, κυριολεκτικά δε μπορούσα να το κάνω σωματικά.

Ο προπονητής Lue ήρθε κοντά μου. Νομίζω πως μπορούσε να καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Του είπα κάτι σαν, “Θα επιστρέψω αμέσως” και έτρεξα στα αποδυτήρια. Έτρεχα από δωμάτιο σε δωμάτιο, λες και έψαχνα κάτι που δε μπορούσα να βρω. Πραγματικά ευχόμουν μόνο να σταματήσει η καρδιά μου να τρέχει τόσο γρήγορα. Ένιωσα πως το σώμα μου προσπαθούσε να μου πει “Πρόκειται να πεθάνεις”. Κατέληξα στο πάτωμα του γυμναστηρίου, ξαπλωμένος, προσπαθώντας να βρω αρκετό αέρα για να αναπνεύσω.

Μετά όλα θόλωσαν. Κάποιος από τους Cavaliers με συνόδευσε στο νοσοκομείο. Μου έκαναν μία σειρά από εξετάσεις. Όλα φαινόταν να είναι καλά, που ήταν μια ανακούφιση. Θυμάμαι όμως να φεύγω από το νοσοκομείο και να σκέφτομαι, “Περίμενε…τότε τι στο διάολο συνέβη μόλις;”

Γύρισα δύο μέρες μετά για τον αγώνα με τους Bucks. Κερδίσαμε και έβαλα 32 πόντους. Θυμάμαι πόσο ανακουφισμένος ήμουν που είχα επιστρέψει στο παρκέ και ένιωθα περισσότερο ο εαυτός μου. Όμως θυμάμαι ξεκάθαρα ότι ήμουν περισσότερο ανακουφισμένος που κανένας δεν είχε μάθει γιατί είχα φύγει στο παιχνίδι εναντίον της Ατλάντα. Μερικοί άνθρωποι μέσα στον οργανισμό γνώριζαν, σίγουρα, αλλά οι περισσότεροι δε γνώριζαν και κανείς δεν είχε γράψει σχετικά με αυτό.

Μερικές ακόμα μέρες πέρασαν. Τα πράγματα πήγαιναν εξαιρετικά μέσα στο γήπεδο, αλλά κάτι με βάραινε.

Γιατί με απασχολούσε τόσο το να το ανακαλύψουν οι άλλοι;

Ήταν μια στιγμή που μου άνοιξε τα μάτια. Νόμιζα ότι το πιο δύσκολο κομμάτι είχε τελειώσει αφού έπαθα την κρίση πανικού. Ήταν το αντίθετο. Τώρα είχα μείνει να αναρωτιέμαι γιατί συνέβη και γιατί δεν ήθελα να μιλήσω γι’ αυτό.

Πείτε το στίγμα ή πείτε το φόβο ή ανασφάλεια -μπορείτε να το αποκαλέσετε πολλά πράγματα- αλλά αυτό που με ανησυχούσε δεν ήταν μόνο οι προσωπικές μου εσωτερικές μάχες, αλλά το πόσο δύσκολο ήταν να μιλήσω για αυτές. Δεν ήθελα οι άνθρωποι να με δουν ως κατά κάποιο τρόπο λιγότερο αξιόπιστο σαν συμπαίκτη, και όλα γύρισαν στο βιβλίο οδηγιών που είχα μάθει μεγαλώνοντας.

Ήταν ένα νέο έδαφος για εμένα, και ήταν αρκετά μπερδεμένο. Ήμουν όμως σίγουρος για ένα πράγμα: δε μπορούσα να θάψω ό,τι έγινε και να προχωρήσω μπροστά. Όσο κι αν το ήθελε ένα κομμάτι μου, δε μπορούσα να επιτρέψω στον εαυτό μου να αγνοήσει την κρίση πανικού και όλα όσα βρίσκονταν κάτω από αυτή. Δεν ήθελα να πρέπει να τα αντιμετωπίσω όλα κάποια στιγμή στο μέλλον, όταν μπορεί να ήταν χειρότερα. Είχα αυτή την κατανόηση.

Έκανα λοιπόν ένα φαινομενικά μικρό πράγμα που τελικά αποδείχτηκε να είναι ένα μεγάλο πράγμα. Οι Cavaliers με βοήθησαν να βρω έναν θεραπευτή, και έκλεισα ένα ραντεβού. Πρέπει να κάνω μια παύση εδώ και απλώς να πω: είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που θα πίστευε ότι θα έβλεπα έναν θεραπευτή. Θυμάμαι στα δύο ή τρία χρόνια που είχα μπει στη λίγκα, ένας φίλος με ρώτησε γιατί οι παίκτες του NBA δεν επισκέπτονταν θεραπευτές. Γέλασα στην ιδέα. Δεν υπάρχει καμιά περίπτωση κανένας από εμάς να μιλήσει σε κάποιον. Ήμουν 20 ή 21 ετών, και είχα μεγαλώσει στο χώρο του μπάσκετ. Και στις ομάδες μπάσκετ; Κανείς δε μιλούσε για αυτά με τα οποία πάλευε μέσα του. Θυμάμαι ότι σκεφτόμουν, “Ποια είναι τα προβλήματά μου; Είμαι υγιής. Είμαι επαγγελματίας μπασκετμπολίστας. Γιατί να ανησυχώ; Δεν είχα ακούσει ποτέ κανέναν επαγγελματία αθλητή να μιλάει για την ψυχική υγεία, και δεν ήθελα να είμαι ο μοναδικός. Δεν ήθελα να φαίνομαι αδύναμος. Ειλικρινά, απλώς δεν πίστευα ότι το χρειαζόμουν. Είναι όπως έλεγε το βιβλίο οδηγιών – ξεπέρασέ το μόνος σου, όπως έκαναν όλοι οι άλλοι γύρω μου.

Είναι όμως κάπως περίεργο όταν το σκεφτείς. Στο NBA, έχεις εκπαιδευμένους επαγγελματίες που ρυθμίζουν τη ζωή σου σε τόσες πολλές περιοχές. Προπονητές, γυμναστές και διατροφολόγοι είναι παρόντες στη ζωή μου για χρόνια. Κανένας όμως από αυτούς τους ανθρώπους δε μπορούσε να με βοηθήσει με τον τρόπο που χρειαζόμουν όταν ξάπλωνα στο πάτωμα και έδινα μάχη να αναπνεύσω.

Κι όμως, πήγα στο πρώτο ραντεβού μου με το θεραπευτή με κάποιο σκεπτικισμό. Είχα το ένα πόδι έξω από την πόρτα. Όμως με εξέπληξε. Αρχικά, το μπάσκετ δεν ήταν το κύριο θέμα της συζήτησης. Πίστευε ότι το ΝΒΑ δεν ήταν ο κύριος λόγος που βρισκόμουν εκεί εκείνη τη μέρα, το οποίο αποδείχτηκε αναζωογονητικό. Αντιθέτως, μιλήσαμε για διάφορα πράγματα εκτός μπάσκετ, και συνειδητοποίησα πόσα ζητήματα προέρχονται από μέρη που μπορεί να μη συνειδητοποιείς μέχρι να τα διερευνήσεις πραγματικά. Νομίζω ότι είναι εύκολο να υποθέσουμε ότι ξέρουμε τους εαυτούς μας, όμως μόλις αφαιρέσεις τα διάφορα στρώματα, είναι εκπληκτικό πόσα πολλά πράγματα υπάρχουν ακόμα να ανακαλύψεις.

Από τότε, συναντιόμασταν όποτε ήμουν στην πόλη, πιθανώς μερικές φορές κάθε μήνα. Μία από τις μεγαλύτερες αποκαλύψεις έγινε μια μέρα το Δεκέμβριο όταν αρχίσαμε να μιλάμε για τη γιαγιά μου, την Κάρολ. Ήταν ο στυλοβάτης της οικογένειάς μας. Όταν μεγάλωνα, ζούσε μαζί μας, και με πολλούς τρόπους ήταν σαν ένας ακόμα γονιός για μένα και τον αδερφό και την αδερφή μου. Ήταν η γυναίκα που είχε ένα εικονοστάσι για κάθε εγγόνι της στο δωμάτιό της -φωτογραφίες, βραβεία, γράμματα κολλημένα στον τοίχο. Ήταν επίσης κάποια με απλές αξίες που θαύμαζα. Ήταν αστείο, μια φορά της έδωσα ένα τυχαίο ζευγάρι καινούρια Nike και ενθουσιάστηκε τόσο που με πήρε τηλέφωνο για να μου πει ευχαριστώ αρκετές φορές τη χρονιά που ακολούθησε.

Όταν μπήκα στο ΝΒΑ, είχε αρχίσει να μεγαλώνει, και δεν την έβλεπα τόσο συχνά όσο παλιά. Κατά τη διάρκεια της έκτης σεζόν μου με τους Timberwolves, η Γιαγιά Κάρολ είχε σχεδιάσει να με επισκεφθεί στη Minnesota για τη μέρα των Ευχαριστιών. Έπειτα, το βράδυ πριν το ταξίδι της, μπήκε στο νοσοκομείο με ένα πρόβλημα στις αρτηρίες της. Έπρεπε να ακυρώσει το ταξίδι της. Στη συνέχεια η κατάστασή της χειροτέρεψε γρήγορα και έπεσε σε κώμα. Λίγες μέρες μετά, έφυγε.

Ήμουν συντετριμμένος για πολύ καιρό. Όμως δεν το είχα συζητήσει ποτέ πραγματικά. Μιλώντας με έναν ξένο για τη γιαγιά μου με έκανε να καταλάβω πόσο πόνο μου προκαλούσε ακόμα. Καθώς το έψαχνα σε βάθος, συνειδητοποίησα ότι αυτό που με πονούσε περισσότερο ήταν ότι δεν κατάφερα να την αποχαιρετήσω κατάλληλα. Δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να θρηνήσω πραγματικά, και ένιωθα απαίσια για το γεγονός ότι δεν είχαμε καλύτερη επαφή τα τελευταία χρόνια. Όμως είχα θάψει όλα αυτά τα συναισθήματα και είπα στον εαυτό μου, “Πρέπει να αφοσιωθώ στο μπάσκετ. Θα το αντιμετωπίσω αργότερα. Φέρσου σαν άντρας.”

Ο λόγος που σας μιλάω για τη γιαγιά μου δεν είναι στην πραγματικότητα η ίδια. Ακόμα μου λείπει υπερβολικά και πιθανόν ακόμη θρηνώ με κάποιον τρόπο, όμως ήθελα να μοιραστώ αυτή την ιστορία λόγω του πόσο πολύ μου άνοιξε τα μάτια το να μιλάω για αυτό. Στο σύντομο διάστημα που επισκέπτομαι το θεραπευτή, έχω δει τη δύναμη του να λες πράγματα φωναχτά σε ένα τέτοιο πλαίσιο. Και δεν είναι μια μαγική διαδικασία. Είναι τρομακτική και άβολη και δύσκολη, τουλάχιστον σύμφωνα με την εμπειρία μου μέχρι τώρα. Το ξέρω ότι δεν ξεφορτώνεσαι έτσι απλά τα προβλήματα με το να μιλάς για αυτά, αλλά έχω μάθει ότι με τον καιρό μπορεί να καταφέρεις να τα κατανοήσεις καλύτερα και να τα κάνεις πιο διαχειρίσιμα. Κοιτάξτε, δε λέω, “Όλοι σας πηγαίνετε σε ένα θεραπευτή”. Το μεγαλύτερο μάθημα για μένα από το Νοέμβριο και μετά δε σχετιζόταν με κάποιο θεραπευτή. Αφορούσε το ότι ήρθα αντιμέτωπος με το γεγονός ότι χρειαζόμουν βοήθεια.

Ένας από τους λόγους που ήθελα να γράψω αυτό το άρθρο προέρχεται από τα σχόλια του DeMar την περασμένη βδομάδα σχετικά με την κατάθλιψη. Έχω παίξει εναντίον του DeMar για χρόνια, αλλά ποτέ δε θα υποψιαζόμουν ότι έδινε μάχη με το οτιδήποτε. Πραγματικά σε κάνει να σκέφτεσαι για το πώς όλοι περιφερόμαστε με εμπειρίες και μάχες -ένα σωρό πράγματα- και μερικές φορές νομίζουμε ότι είμαστε οι μοναδικοί που τα αντιμετωπίζουμε. Η πραγματικότητα είναι ότι πιθανώς έχουμε πολλά κοινά με αυτά που οι φίλοι μας και οι συνάδελφοι και οι γείτονές μας αντιμετωπίζουν. Έτσι δε λέω ότι όλοι πρέπει να μοιράζονται τα βαθύτερα μυστικά τους, δε θα έπρεπε να είναι όλα δημόσια και είναι η επιλογή του καθενός. Το να δημιουργηθεί όμως ένα καλύτερο περιβάλλον για να συζητήσουμε για την ψυχική υγεία… εκεί είναι που χρειάζεται να πάμε.

Επειδή απλώς με το να μοιραστεί αυτά που μοιράστηκε, ο DeMar πιθανώς βοήθησε κάποιους ανθρώπους -και ίσως πολύ περισσότερους από όσους γνωρίζουμε- να νιώσουν ότι δεν είναι τρελοί ή περίεργοι που δίνουν μάχη με την κατάθλιψη. Τα σχόλιά του βοήθησαν να αποδυναμωθεί κάπως το στίγμα, και νομίζω ότι εκεί βρίσκεται η ελπίδα.

Θέλω να ξεκαθαρίσω ότι δεν έχω βγάλει πλήρως άκρη σχετικά με όλο αυτό. Μόλις έχω ξεκινήσει να κάνω τη δύσκολη δουλειά της γνωριμίας με τον εαυτό μου. Για 29 χρόνια, το απέφευγα. Τώρα, προσπαθώ να είμαι αληθινός με τον εαυτό μου. Προσπαθώ να είμαι καλός με τους ανθρώπους στην ζωή μου. Προσπαθώ να αντιμετωπίσω τα άβολα πράγματα της ζωής ενώ παράλληλα απολαμβάνω, και είμαι ευγνώμων, για τα καλά πράγματα. Προσπαθώ να τα αποδεχτώ όλα, τα καλά, τα κακά και τα άσχημα.

Θέλω να κλείσω με κάτι που προσπαθώ να υπενθυμίζω στον εαυτό μου αυτές τις μέρες:

Όλοι περνούν κάτι που δε μπορούμε να δούμε.

Θέλω να το ξαναγράψω αυτό: Όλοι περνούν κάτι που δε μπορούμε να δούμε.

Το θέμα είναι, επειδή δε μπορούμε να το δούμε, δε γνωρίζουμε ποιος περνάει τι και δε γνωρίζουμε πότε και δε γνωρίζουμε πάντα το γιατί. Η ψυχική υγεία είναι ένα αόρατο πράγμα, όμως μας αγγίζει όλους σε κάποια φάση. Είναι μέρος της ζωής. Όπως είπε ο DeMar, “Ποτέ δεν ξέρεις τι περνάει εκείνο το άτομο”.

Η ψυχική υγεία δεν είναι απλώς ένα θέμα που αφορά τους αθλητές. Το επάγγελμά σου δε χρειάζεται να ορίζει το ποιος είσαι. Αυτό είναι ένα θέμα που αφορά τους πάντες. Ανεξάρτητα από τις συνθήκες μας, όλοι κουβαλάμε πράγματα που πονάνε -και μπορούν να μας πονέσουν αν τα κρατήσουμε θαμμένα μέσα μας. Το να μη μιλάμε για τις πιο προσωπικές μας ζωές, μας αφαιρεί την ευκαιρία να γνωρίσουμε πραγματικά τους εαυτούς μας και να προσεγγίσουμε άλλους που μας χρειάζονται. Άρα αν το διαβάζετε αυτό και δυσκολεύεστε, δεν έχει σημασία πόσο μεγάλο ή μικρό σας φαίνεται, θέλω να σας υπενθυμίσω ότι δεν είστε παράξενοι ή διαφορετικοί που μοιράζεστε αυτά που βιώνετε.

Ακριβώς το αντίθετο. Θα μπορούσε να είναι το πιο σημαντικό πράγμα που κάνατε. Για μένα ήταν.

Kevin Love.”

*Μπορείτε να βρείτε το αρχικό κείμενο εδώ: https://goo.gl/N8bczF